Παρασκευή 6 Μαΐου 2011

Μαμά μου μην ξεχνάς...

Μαμά μου μην ξεχνάς...
Ρούντολφ Ντράικορς
1. Μη με παραχαϊδεύεις. Ξέρω πολύ καλά πως δεν πρέπει να μου δίνει πάντα ό,τι σου ζητώ. Σε δοκιμάζω μονάχα για να δω.

2. Μη διστάζεις να είσαι σταθερή μαζί μου. Το προτιμώ. Με κάνεις να νιώθω περισσότερη σιγουριά.
3. Μη με κάνεις να νιώθω μικρότερος απ' ό,τι είμαι. Αυτό με σπρώχνει να παριστάνω καμιά φορά τον σπουδαίο.
4. Μη μου κάνεις παρατηρήσεις μπροστά στον κόσμο αν μπορείς. Θα προσέξω περισσότερο αυτά που θα μου πεις, αν μου μιλήσεις ήρεμα μια στιγμή που θα είμαστε οι δυο μας
5. Μη μου δημιουργείς το αίσθημα πως τα λάθη μου είναι αμαρτήματα. Μπερδεύονται έτσι μέσα μου όλες οι αξίες που έχω μάθει ν' αναγνωρίζω.
6. Μην αναστατώνεσαι τόσο όταν σου λέω «δε σε χωνεύω». Δεν απευθύνομαι σε σένα αλλά στη δύναμη που έχεις να μου εναντιώνεσαι.
7. Μη με προστατεύεις πάντα από τις συνέπειες. Χρειάζεται καμιά φορά να πάθω για να μάθω.
8. Μη δίνεις μεγάλη σημασία στις μικρο αδιαθεσίες μου. Καμιά φορά δημιουργούνται ίσα - ίσα για να κερδίσω την προσοχή που ζητούσα.
9. Μη μου κάνεις συνεχώς παρατηρήσεις. Γιατί τότε θα χρειαστεί να προστατέψω τον εαυτό μου κάνοντας τον κουφό.
10. Μη μου δίνεις επιπόλαιες υποσχέσεις. Νιώθω πολύ περιφρονημένος όταν δεν τις κρατάς.
11. Μην υπερτιμάς την τιμιότητά μου. Συχνά οι απειλές σου με σπρώχνουν στην ψευτιά.
12. Μην πέφτεις σε αντιφάσεις. Με μπερδεύεις έτσι αφάνταστα και με κάνεις να χάνω την πίστη μου σ' εσένα.
13. Μη με αγνοείς όταν σου κάνω ερωτήσεις. Αν κάνεις κάτι τέτοιο, θα ανακαλύψεις πως θ' αρχίσω να παίρνω τις πληροφορίες μου από άλλες πηγές.
14. Μην προσπαθείς να με κάνεις να πιστέψω πως είσαι τέλεια ή αλάνθαστη. Είναι σοκ για μένα όταν ανακαλύπτω πως δεν είσαι ούτε το ένα ούτε το άλλο.
15. Μη διανοηθείς ποτέ πως θα πέσει η υπόληψή σου αν μου ζητήσεις συγγνώμη. Μια τίμια αναγνώριση ενός λάθους σου μου δημιουργεί πολύ θερμά αισθήματα απέναντί σου.
16. Μην ξεχνάς πως μου αρέσει να πειραματίζομαι! Χωρίς αυτό δε μπορώ να ζήσω. Σε παρακαλώ παραδέξου το.
17. Μην ξεχνάς πόσο γρήγορα μεγαλώνω. Θα πρέπει να σου είναι δύσκολο να κρατήσεις το ίδιο βήμα με μένα αλλά προσπάθησε σε παρακαλώ.
18. Μην ξεχνάς πως δε θα μπορέσω ν' αναπτυχθώ χωρίς πολύ κατανόηση και αγάπη. Αυτό όμως δε χρειάζεται να στο πω, έτσι δεν είναι;

Τετάρτη 16 Μαρτίου 2011

ΔΥΟ ΕΙΚΟΝΕΣ ΚΡΙΣΗΣ (του Κώστα Γιαννακίδη)

Μία κυρία 51 ετών μου εξομολογήθηκε ότι αντιμετωπίζει προβλήματα υπέρτασης από τότε που έχασε τη δουλειά της, αλλά οι λογαριασμοί καταφθάνουν αγέρωχοι και αδιάφοροι. Κατανοητό. Εγώ της είπα πως σε περιόδους ανεργίας κοιμάμαι σαν μωρό παιδί, ξυπνάω κάθε τρεις ώρες και κλαίω. Και εκείνη, με ένα βλέμμα εντελώς άδειο, πρόσθεσε ότι δεν ισχύει απολύτως εκείνο το τετριμμένο που συνηθίζουμε να λέμε για την υγεία ως υπέρτατο αγαθό. Σωστό και αυτό. Η υγεία είναι, πράγματι, το πολυτιμότερο που έχεις, πλην όμως αν χάσεις τη δουλειά σου θα αρχίσει να σε εγκαταλείπει και αυτή.

Ελπίζω να μη γνωρίζετε τι διακυμάνσεις υφίσταται ο συναισθηματικός κόσμος ενός ανέργου. Το πρωί τα μάτια ανοίγουν σαν στόμα που ουρλιάζει. Και το μυαλό βγαίνει με κακουχίες από τους εφιάλτες του. Περιέργως το πρωινό φως ρίχνει πάνω σου και μία δόση αισιοδοξίας, ικανή να σου χορηγήσει εκείνη την ποσότητα ελπίδας που χρειάζεται για την παραγωγή μίας θετικής σκέψης. Ο άνεργος τα πρωινά ελπίζει. Αν δεν περιμένει τηλεφώνημα, θα κάνει τηλεφωνήματα. Θα χαζέψει αγγελίες. Το σούρουπο θα λυγίσει και η υπνηλία που έρχεται πρόωρα νωρίς το βράδυ εκλαμβάνεται ως σύμπτωμα οκνηρίας, αλλά είναι ένδειξη κατάθλιψης. Παλαιότερα ο άνεργος όφειλε να αισθάνεται αποτυχημένος προκειμένου να εισπράττει κάποια καταπραϋντικά λόγια παρηγοριάς. Τώρα δεν χρειάζεται ούτε αυτό. Ετσι όπως έχουν τα πράγματα φτάνει να αισθάνεται απελπισμένος.

Η ανεργία προσεγγίζει τον επταψήφιο αριθμό ανθρώπων. Διαβάζω πως στην Καβάλα ένα ζευγάρι κάνει απεργία πείνας ζητώντας δουλειά, ενώ έχουν αυξηθεί δραματικά οι απόπειρες αυτοκτονίας. Ακούω καλές διηγήσεις για πολύ άσχημες ιστορίες. Ομως την Κυριακή που μας πέρασε δεν θα μπορούσα να πιστέψω τίποτα από όλα αυτά. Βρέθηκα στη Νέα Μάκρη την πρώτη ανοιξιάτικη Κυριακή του χρόνου. Μποτιλιάρισμα στη Μαραθώνος. Αναμενόμενο. Η παραλιακή της Νέας Μάκρης γεμάτη οικογένειες. Ομορφο. Και στις ταβέρνες δεν υπάρχει καρέκλα. Οσοι γνωρίζουν θα συμφωνήσουν πως αν θες να φας φθηνά δεν θα πας και στη Νέα Μάκρη. Ομως την Κυριακή χιλιάδες άνθρωποι ήταν εκεί.

Προσπαθώ να βγάλω λογικά συμπεράσματα για μία παράλογη εικόνα. Μεταξύ μας, είναι αυτό που μουρμουρίζουμε όλοι βλέποντας γεμάτα καταστήματα που, του κερατά, δεν είναι και η πρώτη σου επιλογή σε περίοδο κρίσης. Ποιοι είναι όλοι αυτοί που καταλαμβάνουν τις καρέκλες στις ψαροταβέρνες; Μη μου πείτε μόνο ότι οι έξοδοι περιορίστηκαν πια σε μία φορά το μήνα. Αυτό δεν έχει λογική, είναι σαν να λέμε ότι οι σχετικώς ευημερούντες χωρίζονται στα τέσσερα και καλύπτουν ένα Σαββατοκύριακο το μήνα. Επίσης δεν νομίζω πως στέκει το «ο Ελληνας θα το ρίξει έξω για να ξεχάσει την κρίση.» Για να ξεχάσεις την κρίση τρώγωντας στην ψαροταβέρνα πρέπει να βάλεις το χέρι στην τσέπη. Και τώρα οι άνεργοι είναι σαν τις τηλεοράσεις: κάθε οικογένεια έχει από δύο.

Πιθανότατα και οι δύο εικόνες είναι αληθινές. Η γάγγραινα της κρίσης κατατρώει το πρότυπο της απλής ελληνικής ευμάρειας. Του χρόνου τέτοια εποχή στη Νέα Μάκρη θα έχει λιγότερο κόσμο. Αρκετοί από αυτούς που μαζεύουν τώρα ήλιο στις παραλιακές ταβέρνες, του χρόνου θα είναι στο σπίτι. Ακούγοντας, όπως οι γονείς τους, μπάλα. Και τα κυριακάτικα απογεύματα θα ξαναγίνουν μισητά.

Κυριακή 6 Φεβρουαρίου 2011

Ενα γλυπτό του Παρθενώνα θυμάται...

«Σμιλεύτηκα στο εργαστήριο του θεϊκού Φειδία, που βρισκόταν στη συνοικία των μαρμαράδων, στο Δήμο Αλωπεκής, σημερινή Δάφνη.
Δημιουργός μου ήταν ένας ασχημομούρης που μολονότι δεν ξεπερνούσε τα 30, είχε ήδη κοιλιά και φαλάκρα. Μετριότατος καλλιτέχνης και τεμπελχανάς.
Ο Φειδίας τον ανεχόταν επειδή ήταν γιος του παλιού γλύπτη Σωφρονίσκου, αλλά και λόγω του κοφτερού μυαλού που επεδείκνυε σε όλους τους άλλους τομείς εκτός από τη γλυπτική.

*Στάθηκα,άτυχη από την πρώτη στιγμή. Στο εργαστήριο του Φειδία εργάζονταν 100 εξαίσιοι τεχνίτες, οι καλύτεροι γλύπτες και χαλκοχύτες των κλασικών χρόνων. Εγώ όμως έπεσα πάνω στον ατάλαντο Σωκράτη που έγινε γνωστός μόνο όταν εγκατέλειψε τη γλυπτική για να ασχοληθεί με τη φιλοσοφία. Πού τύχη να με σμιλέψουν τα χέρια του Αγοράκριτου, του μόνου μαθητή στον οποίο επιτρεπόταν να υπογράφει τα γλυπτά όχι με τ' όνομά του, αλλά με το δοξαστικό "Φειδίας". Ή του περίφημου Αλκαμένη, των Παριανών Θρασυμήδη, Λοκρού και Αρίστανδρου ή έστω του πιτσιρικά Σκόπα, του μεγαλύτερου γλύπτη της επόμενης γενιάς.

Λένε πως ο Φειδίας έδινε στ' αγάλματα πνοή, εμένα ο Σωκράτης μου έδωσε λόγο. Με την κουβέντα ξεχάστηκα να συστηθώ. Είμαι ό,τι απέμεινε από ένα ανάγλυφο των Τριών Χαρίτων. Εζησα στην αττική γη 2.000 χρόνια και βάλε. Από το 1817 δηλώνω μόνιμη κάτοικος Λονδίνου, αλλά αυτό είναι μια πονεμένη ιστορία...

Δόξα και παρακμή
Τοποθετημένη μεταξύ των Προπυλαίων και του ιερού της Απτέρου Νίκης, με απαράμιλλη θέα προς το Σαρωνικό, βίωσα όλη τη δόξα και την παρακμή της Αθήνας. Θυμάμαι τις μέρες της τοποθέτησής μας. Στον ιερό βράχο είχε στηθεί πραγματικό πανηγύρι.

*Ο κουτσός μηχανικός Αρτέμωνας περιφερόταν υποβασταζόμενος, ελέγχοντας τα βαρούλκα και τις μηχανές που είχε επινοήσει για να ανυψώσει τη Ζωφόρο, τις Μετόπες και όλους εμάς τους υπόλοιπους στις προκαθορισμένες θέσεις μας. Επρόκειτο για κολοσσιαίο έργο. Αλλωστε, τα μηχανήματα του Αρτέμωνα είχαν χαρίσει στον Περικλή σπουδαίες νίκες στις μάχες. Τώρα του πρόσφεραν τη σπουδαιότερη.
*Οταν τα πάντα είχαν στηθεί, η θεσπέσια Ασπασία είπε στο Φειδία για μας: "Δεν είναι κρίμα τέτοια υπέροχα γλυπτά να τοποθετηθούν τόσο ψηλά ώστε με μεγάλη δυσκολία να τα απολαμβάνουν οι άνθρωποι";
-"Μου αρκεί που τα βλέπουν οι θεοί", της απάντησε.
Αχ, Αθήνα! Είμαι προϊόν του Χρυσού Αιώνα. Εζησα όμως τη φρίκη του Πελοποννησιακού Πολέμου, είδα τους Σπαρτιάτες να γκρεμίζουν τα μακρά τείχη, το Φίλιππο, τον Αλέξανδρο και τους Ρωμαίους να μας κατακτούν.
*Τα προβλήματα άρχισαν με την επικράτηση του Χριστιανισμού. Φανατισμένοι πιστοί της νέας θρησκείας άρχισαν να καταστρέφουν τα ιερά και να σκυλεύουν τα αγάλματα που βρίσκονταν στο επίπεδο του εδάφους. Με τους Βυζαντινούς, τους Φράγκους, τους Αρβανίτες, τους Σλάβους, τους Καταλανούς και τους Τούρκους δεν περάσαμε τις καλύτερές μας στιγμές. Οι καταστροφές ωστόσο, ήταν εντέλει μικρές.
*Πραγματική λαίλαπα για μας τα γλυπτά ήταν οι Ευρωπαίοι, μετά την εποχή της Αναγέννησης. Η αρχαιολατρεία έγινε συρμός. Διάφοροι φραγκοντυμένοι περιηγητές, απεσταλμένοι δόγηδων, βασιλιάδων και φιλότεχνων μεγιστάνων άρχισαν τις «επιτόπιες μελέτες», που εξελίχθηκαν σε συλλεκτική μανία για να καταλήξουν σε αρπαγές και βανδαλισμούς.
*Το 1350 άκουσα το Γερμανό Rudolph von Suchen που ταξίδεψε στην Ιταλία και την Ελλάδα, να λέει ότι ολόκληρη η Γένοβα ήταν χτισμένη με μάρμαρα και κίονες απ' την Αθήνα, ενώ οι περιηγητές αποκεφάλιζαν αγάλματα και ακρωτηρίαζαν μύτες για να διακοσμήσουν τα σαλόνια τους.
*Κατά την πολιορκία της Ακρόπολης, το 1687, ο Βενετός Φραγκίσκος Μοροζίνι διάλεξε το εξαίσιο γλυπτικό σύμπλεγμα του δυτικού διαζώματος με τον Ποσειδώνα και τα δύο άλογα, για να το μεταφέρει ολόκληρο στην πατρίδα του. Κατά την απόσπαση, όμως, των γλυπτών γκρεμίστηκε ολόκληρο τμήμα του ναού και τα μάρμαρα θρυμματίστηκαν καταγής. Ο Μοροζίνι έγραψε στη σύγκλητο, όπως έμαθα, ότι "ευτυχώς δεν έπαθαν τίποτε οι βενετσιάνοι τεχνίτες". Ολοι οι μισθοφόροι της γαληνοτάτης δημοκρατίας έφυγαν από την Αθήνα με αναμνηστικά εκατοντάδες κεφάλια από αγάλματα, μετόπες και αετώματα. Ο γραμματικός του αρχιστράτηγου San Gallo και ο δανός λοχαγός Hartmand υπερηφανεύονται γι' αυτό σε γραπτά τους.

*Το 1801 ο λόρδος Ελγιν, πρεσβευτής κι αυτός στην Κωνσταντινούπολη, εξασφαλίζει φιρμάνι για αρπαγή μνημείων και μεταφορά της λείας στην Αγγλία. Ουσιαστικά επρόκειτο για το σύνθημα κατεδάφισης του Παρθενώνα, κι αυτά τα λέει κάποια που τα έζησε από κοντά. Τον Οκτώβριο του 1802, καθώς με σκαλωσιές ξεκολλούσαν τις μετόπες, ένα τμήμα από την τοιχοδομή χαλάρωσε εξαιτίας των μηχανημάτων.
*"Τότε γκρεμίστηκαν τα ογκώδη πεντελικά μάρμαρα με φοβερό βρόντο και τα θρυμματισμένα κομμάτια διασκορπίστηκαν ανάμεσα στα ερείπια", όπως έγραψε και ο Edward Clarke, ένας απ' τους αρχιτεχνίτες του Ελγιν. Εκείνη τη στιγμή κατέρρευσα κι εγώ. Σωριαστήκαμε μαζί με τις αδελφές μου στο έδαφος και σπάσαμε σε πέντε κομμάτια. Εγώ ήμουν το μεγαλύτερο κι έτσι φορτώθηκα σε πλοίο για Λονδίνο.
*Εκανα δεκαετίες να συνηθίσω το μουντό καιρό της Αγγλίας και το αποστειρωμένο περιβάλλον του μουσείου. Μου λείπει αφάνταστα ο αττικός ουρανός, το κλίμα του Λεκανοπεδίου και η αύρα του Σαρωνικού, παρ' όλο που έχουν πιάσει τ' αφτιά μου έλληνες επισκέπτες να συζητούν για μια σημερινή Αθήνα που με τρομάζει. Με εκνευρίζουν αφόρητα οι ορδές των τουριστών με τις βιντεοκάμερες και τα φλας, οι ανιαρές περιγραφές των ξεναγών και τα κακόγουστα κοκτέιλ πάρτι του βρετανικού μουσείου, με υψηλούς προσκεκλημένους».